WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
spread [sth] out vtr + adv (extend, splay)ανοίγω ρ μ
 Spread your fingers out as wide as you can.
 Ανοίξτε τα δάχτυλά σας όσο πιο πολύ μπορείτε.
spread out vi + adv (lie down, sprawl)τεντώνομαι ρ αμ
 The cat spreads out on the blanket like a lion in the sun.
 Η γάτα τεντώνεται στην κουβέρτα όπως ένα λιοντάρι στον ήλιο.
spread out vi + adv (be separated)απλώνομαι ρ αμ
 The players spread out.
 Οι παίκτες απλώθηκαν.
spread out vi + adv (split up to search)χωρίζομαι ρ αμ
 Let's spread out so we can cover a larger area. We don't have much time.
 Ας χωριστούμε για να καλύψουμε μεγαλύτερη περιοχή. Δεν έχουμε πολλή χρόνο.
spread-out adj (scattered)απλωμένος μτχ πρκ
  διασκορπισμένος μτχ πρκ
  διάσπαρτος επίθ
  απομακρυσμένος μτχ πρκ
 It took the peddler quite some time to make his way around all the spread-out houses of the village.
spread-out adj (splayed, apart)απλωμένος μτχ πρκ
  (άκρα)ανοιχτός επίθ
 Max's spread-out legs dangled over the edge of the bed.
spread out adj (lying down, sprawled)απλωμένος μτχ πρκ
 Natasha's body was spread out on the couch in deep sleep.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'spread out' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση spread out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «spread out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!